Το μεγαλύτερο δώρο

2018-10-24

Ο Χρήστος δούλευε σχεδόν τρία χρόνια τώρα στην επιχείρηση του κ. Αργυρίου και κάθε μέρα που περνούσε ευχαριστούσε τον Θεό για το δώρο της δουλειάς αυτής. Ποτέ δεν φανταζόταν όταν παρουσίαζε το βιογραφικό του κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, πως θα κατάφερνε να δουλέψει πάνω στο αντικείμενο που είχε σπουδάσει, με τόση χαρά και τόσο ικανοποιητικό μισθό. Η αλήθεια είναι ότι από την πρώτη στιγμή που συνάντησε τον κ. Αργυρίου στη συνέντευξη, είχε ένα πολύ καλό προαίσθημα, επειδή φαινόταν πολύ ενδιαφέρον άνθρωπος. Και το προαίσθημα αυτό επαληθεύτηκε. Στα χρόνια που ακολούθησαν διαπίστωσε ότι το αφεντικό του ήταν ένας πραγματικά σπουδαίος άνθρωπος.

Στο μυαλό του Χρήστου σπουδαίος άνθρωπος είναι εκείνος που καταφέρνει να κάνει τους άλλους γύρω του να τον αγαπούν, που τους δίνει το κίνητρο να βγάζουν τον καλύτερο εαυτό τους και να αγωνίζονται να γίνουν καλύτεροι, για να μπορέσουν να του μοιάσουν. Όλα αυτά ο κ. Αργυρίου τα κατάφερνε με το παραπάνω.

Πρώτα από όλα όλοι στην επιχείρηση ήταν χαρούμενοι με τη δουλειά τους και αφιέρωναν επιπλέον χρόνο από το ωράριο τους, οικιοθελώς, για να καταφέρουν το καλύτερο που μπορούσαν. Έρχονταν και έφευγαν με χαμόγελο και ένιωθαν σαν μια οικογένεια.

Δεύτερον, παρότι ο κ. Αργυρίου ήταν ιδιοκτήτης της επιχείρησης έπαιρνε έναν μισθό όπως όλοι οι υπόλοιποι, ενώ κάθε εξάμηνο τα κέρδη της εταιρίας μοιράζονταν εξίσου σε όλους, επιπλέον από τον μισθό τους. Όλοι έπαιρναν το μερίδιο τους, από τις καθαρίστριες μέχρι τον ίδιο τον κ. Αργυρίου. Έτσι όλοι είχαν την αίσθηση ότι δουλεύουν στην δική τους επιχείρηση κι όχι ότι είναι υπάλληλοι.

Τρίτον, κάθε σημαντικό θέμα της επιχείρησης επιλυόταν από τη συνέλευση που συμμετείχαν όλοι με δικαίωμα ψήφου.

Τέταρτον, οποιοδήποτε πρόβλημα απασχολούσε οποιονδήποτε, ακόμα και προσωπικό, μπορούσε να το συζητήσει με τον κ. Αργυρίου, κι αν δεν έβρισκαν λύση μαζί, πράγμα σπάνιο, θα βοηθούσαν όλοι στη συνέλευση. Έτσι ο καθένας ένιωθε προστασία και ασφάλεια. Γιατί ένιωθε ότι ανήκει σε μία μεγάλη οικογένεια.

Ποτέ στην ζωή του δεν θα ξεχάσει ο Χρήστος τη στιγμή που όλοι, ομόφωνα, αποφάσισαν τα κέρδη δυο εξαμήνων να διατεθούν ολοκληρωτικά στη νοσηλεία ενός συναδέλφου. Είχε εμφανίσει μια σπάνια ασθένεια και έπρεπε να νοσηλευτεί σε ένα ακριβό ιατρικό κέντρο, στο εξωτερικό, το οποίο ήταν το μόνο ειδικευμένο στην ασθένεια αυτή. Σαφώς δεν μπορούσε να διαθέσει η οικογένεια του τα τεράστια έξοδα για τη νοσηλεία. Έτσι όλα πληρώθηκαν από τα κέρδη της εταιρίας, πράγμα το όποιο προφανώς και του έσωσε τη ζωή. Τότε, ήταν ακόμη καινούργιος στην εταιρεία, του φάνηκε τεράστιο το γεγονός πως όλοι ομόφωνα αποφάσισαν να στερηθούν τα έξτρα έσοδα δυο εξαμήνων, προκειμένου να βοηθήσουν έναν συνάδελφο τους. Δεν το είχε ξανακούσει ποτέ. Ένας συνάδελφός του τού είπε ότι όλοι θεωρούσαν πως αυτό είναι το σωστό, επειδή θα μπορούσε να είναι ο καθένας στη θέση αυτού του άτυχου ανθρώπου. Ήταν η πρώτη φορά που ο Χρήστος ένιωσε περήφανος για την εταιρεία όπου δούλευε, άλλα δεν ήταν η τελευταία. Ήταν μια από τις πολλές, γιατί, για παράδειγμα, ποτέ δεν θα μπορούσε να ξεχάσει την επίσης ομόφωνη απόφαση να συνεχίσει η οικογένεια ενός συναδέλφου, ο όποιος σκοτώθηκε σε ατύχημα, να παίρνει τον μισθό του και τα μερίδια στα κέρδη.

Ήταν τόσο πολλά τα παραδείγματα που μπορούσε να σκεφτεί ο Χρήστος τα οποία έδειχναν ότι ο κ. Αργυρίου είχε καταφέρει να εμπνεύσει σε όλους τους υπάλληλους του την σπουδαιότητα του να μοιράζεσαι. Κι αυτό τους είχε κάνει όλους πολύ καλυτέρους ανθρώπους. Ο Χρήστος, για παράδειγμα, είχε αποφασίσει να αφιερώνει αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο του σε μια οργάνωση πολιτών που ετοίμαζαν συσσίτια σε διάφορες φτωχογειτονιές της πόλης για τους άπορους και τους άστεγους. Μέσα από αυτή τη διαδικασία είχε γνωρίσει την απέραντη καλοσύνη που μπορεί να υπάρχει στην καρδιά του κάθε ανθρώπου, πράγμα που τον γέμιζε με χαρά. Κάθε μέρα που περνούσε μέσα από αυτή τη διαδικασία τον έκανε να συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο πως η ευτυχία βρίσκεται στο να μοιράζεσαι, στο να δίνεις, και όχι στο να παίρνεις.

Σε μια από αυτές τις επισκέψεις του, σε μια φτωχογειτονιά, ήταν που είδε τον σωσία του κ. Αργυρίου. Αυτό νόμισε τουλάχιστον στην αρχή.

Βάδιζε σε έναν δρόμο που είχε κι από τις δυο πλευρές του παλιά χαμόσπιτα. Κάποια από αυτά ήταν γκρεμισμένα και από καιρό εγκαταλελειμμένα, ενώ σε κάποια άλλα έβλεπες καπνό να βγαίνει από τις καμινάδες, δείγμα πως κάποιοι ζούσαν σ' αυτά. Ενώ σκεπτόταν την αδικία και την ανισότητα που επικρατεί στην κοινωνία μας και το πόσο πρέπει να ενεργοποιηθούμε όλοι μας για να την αλλάξουμε, η ματιά του έπεσε πάνω σ' έναν κουρελή γεράκο που έμπαινε στον περίβολο ενός από τα σπίτια αυτά. Σταμάτησε απότομα και γούρλωσε τα μάτια του. Ήταν ίδιος ο κ. Αργυρίου. Μόνο που αντί για τα πάντα καθαρά και περιποιημένα ρούχα που φορούσε εκείνος καθημερινά, αυτός φορούσε κουρελιασμένα και χιλιομπαλωμένα. Το πρόσωπό του ήταν πιο βρόμικο, αλλά η γνώριμη, ευγενική φυσιογνωμία υπήρχε ακόμα και κάτω από αυτό το πέπλο. Καθώς καθόταν σαν να είχε παγώσει, προσπαθώντας να επεξεργαστεί την εικόνα που έβλεπε, ο γεράκος γύρισε και τον κοίταξε. Σταμάτησε κι εκείνος και φάνηκε το ίδιο ξαφνιασμένος. Για μια στιγμή όμως μόνο. Μετά του έκανε νεύμα να πλησιάσει με ένα αινιγματικό χαμόγελο. Ο Χρήστος προχώρησε διστακτικά κι όταν έφτασε κοντά του, ο γεράκος του είπε: «Μην πεις κουβέντα σε κανέναν, θα σου εξηγήσω αύριο στο γραφείο». Μετά συνέχισε προς την πόρτα του φτωχόσπιτου, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Ο Χρήστος έμεινε εκεί να κοιτά αποσβολωμένος. Είδε τον γεράκο να χτυπά την πόρτα, να του ανοίγει ένας άνδρας, να ανταλλάσουν κάποιες κουβέντες, τις οποίες δεν άκουγε λόγω της απόστασης, και μετά ο άλλος να τον οδηγεί μέσα κλείνοντας την πόρτα. 

Την άλλη μέρα, νωρίς το πρωί, ο κ. Αργυρίου φώναξε τον Χρήστο στο γραφείο του. Εκείνος πήγε διστακτικός και μπερδεμένος στην αρχή, αλλά μόλις είδε το γνωστό πρόσωπο του αφεντικού του με τα ευγενικά, καθαρά μάτια και εκείνο το ευλογημένο χαμόγελο, ηρέμησε. Ο κ. Αργυρίου τον έπιασε από τους ώμους και τον οδήγησε να καθίσει σε μια από τις καρέκλες που βρίσκονταν μπροστά στο γραφείο. Κάθισε κι εκείνος απέναντι του και του είπε:

«Προφανώς σου χρωστώ μια εξήγηση. Όπως όλοι γνωρίζετε, αυτή την επιχείρηση δεν την ξεκίνησα εγώ. Μου την κληροδότησε το δικό μου αφεντικό, ο όποιος την ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια. Αυτό που δεν ξέρετε είναι ότι λίγες ημέρες πριν φύγει από αυτή τη ζωή, κι ενώ ήμουν διευθυντής στην εταιρεία, με κάλεσε στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν. Όταν πήγα να τον δω, μου ζήτησε μια χάρη η οποία άλλαξε εντελώς τον τρόπο που έβλεπα τα πράγματα. Νομίζω πως από εκείνη την τελευταία συζήτηση μαζί του ξεκίνησε το ταξίδι μου προς την ευτυχία».

«Τι σας ζήτησε;» ρώτησε με εμφανή απορία ο Χρήστος.

«Μου είπε πως κάνοντας τις τελευταίες ημέρες έναν απολογισμό της ζωής του δεν ένιωθε περήφανος για τις επιλογές που είχε κάνει και προσπαθούσε να σκεφτεί αν υπήρχε κάποιος τρόπος να διορθώσει κάποια πράγματα, έστω και τώρα, την τελευταία στιγμή. Το προηγούμενο βράδυ είχε εμφανιστεί στο όνειρο του ο πατέρας του που είχε πεθάνει πολλά χρόνια πριν και του είπε πως για να φύγει ελεύθερος, θα έπρεπε να κάνει μια ενέργεια ανιδιοτελούς προσφοράς, για να γνωρίσει, πριν φύγει από αυτή τη ζωή, τη μαγεία του να δίνεις χωρίς να περιμένεις τίποτα για αντάλλαγμα, πέρα από τη χαρά εκείνου που δέχεται το δώρο».

Το ήδη φωτεινό πρόσωπο του κ. Αργυρίου φωτίστηκε ακόμα περισσότερο από τις μνήμες αυτές. Συνέχισε και είπε: «Μου είπε λοιπόν πως με θεωρούσε πολύ καλό, τίμιο και ικανό άνθρωπο και, καθώς δεν είχε παιδιά και στενούς συγγενείς να διεκδικήσουν τίποτα, μπορούσε να μου κληροδοτήσει την επιχείρηση, πράγμα που είχε κάνει ήδη στην διαθήκη του, επειδή ήξερε ότι θα μπορούσα να τη μετατρέψω σε ευλογία για πολλούς ανθρώπους. Έτσι θεωρούσε ότι δεν πρόσφερε σε μένα μόνο ένα τελευταίο μεγάλο δώρο, αλλά και σε πολλούς άλλους μέσα από μένα. Μου ζήτησε λοιπόν ως χάρη να δεχτώ το δώρο του και να του δώσω αυτή την τελευταία χαρά, να νιώσει το ευλογημένο αίσθημα της προσφοράς».

Ένα μακρόσυρτο «Ωωω!» βγήκε από την ψυχή τού Χρήστου και ακολουθώντας την πιο εύκολη διαδρομή εξήλθε από το στόμα του μα και από τα μάτια του.

«Την ίδια ακριβώς αντίδραση είχα κι εγώ, φίλε μου» είπε χαμογελώντας με κατανόηση ο κ. Αργυρίου. «Όπως καταλαβαίνεις, παρά τους ενδοιασμούς μου, δέχτηκα το δώρο του. Και η γαλήνη που είδα στα μάτια του, όταν το έκανα, αποτέλεσε ένα είδος επιφοίτησης για μένα. Συνειδητοποίησα κάτι που άλλαξε εντελώς τη ζωή μου. Ότι ακόμα πιο σημαντικό και από το να προσφέρεις ανιδιοτελώς είναι το να δημιουργείς την ευκαιρία στους άλλους να προσφέρουν εκείνοι, επειδή δεν υπάρχει πιο ευλογημένο και απελευθερωτικό συναίσθημα από το να προσφέρεις. Όταν κάποιος έχει την ευκαιρία να το κάνει, νιώθει καλύτερος άνθρωπος, πλησιάζει δηλαδή τον πραγματικό του εαυτό, κι αυτό είναι ένα βήμα πιο κοντά στην αλήθεια του και την πραγματική ευτυχία. Επειδή όταν μαθαίνεις να δίνεις από το υστέρημα σου, ελευθερώνεσαι από τη δέσμευση της ανάγκης και κατανοείς ότι είσαι πιο δυνατός από τις ανάγκες κι έτσι τις υπερβαίνεις και αρχίζεις να ζεις πιο ελεύθερος».

«Όταν λοιπόν ανέλαβα την επιχείρηση και κατάφερα... καλύτερα καταφέραμε αυτό που είναι σήμερα, άρχισα να έχω χρήματα περισσότερα από όσα χρειαζόμουν, για να καλύπτω τις ανάγκες μου. Έτσι αποφάσισα να βρω τρόπους να προσφέρω κάποια από αυτά σε όσους τα είχαν ανάγκη. Αυτό αποδείχτηκε ευλογία για τη ζωή μου. Από τότε οι χαρές μου είναι συντριπτικά περισσότερες από τις λύπες μου και ο ύπνος μου ήρεμος και αναζωογονητικός!»

«Άρα αυτό κάνατε όταν σας είδα; Αλλά γιατί αυτή η... αμφίεση;» ρώτησε ο Χρήστος.

«Όχι ακριβώς» απάντησε ο κ. Αργυρίου. «Άσε με να σου εξηγήσω. Όταν είδα τη ζωή μου να αλλάζει τόσο όμορφα μέσα από την προσφορά, μου ήρθε ξανά η πραγματική επιφοίτηση που είχα νιώσει στην τελευταία συνάντηση με το αφεντικό μου. Κατάλαβα πως ακόμα πιο σημαντικό από το να προσφέρω θα ήταν να βρω τρόπους να δίνω την ευκαιρία σε άλλους ανθρώπους να προσφέρουν κι εκείνοι από την κάρδια τους. Να προσφέρει ό,τι μπορεί ο καθένας, και έτσι να τους δίνω την ευκαιρία να γνωρίσουν αυτή την υπέροχη ευλογία. Αυτό με οδήγησε στο «κόλπο μου». Ντύνομαι ζητιάνος, όπως με είδες, βρίσκω φτωχούς ανθρώπους και τους ζητώ ένα κομμάτι ψωμί. Όταν μοιράζονται μαζί μου το λιγοστό τους γεύμα, η καρδιά τους χορταίνει διπλά από τις δικές μου ευχαριστίες και βιώνουν την ευλογία του να δίνεις ακόμα κι από το ελάχιστο που έχεις. Στην συνέχεια, με κάποιον τρόπο, χωρίς να γίνω αντιληπτός, τους προσφέρω κι εγώ ένα ποσό χρημάτων ελπίζοντας πως η μνήμη της ευλογίας τού να δίνεις θα τους κάνει να το διαχειριστούν με σοφία. Δεν μπορείς να φανταστείς τη μαγεία που έχω νιώσει μέσα από αυτή τη διαδικασία. Όταν με είδες, χτύπησα την πόρτα μιας φτωχής οικογένειας που ήξερα ότι ο πατέρας είναι άνεργος εδώ και καιρό και ευκαιριακά βρίσκει κάποια κουτσουρεμένα μεροκάματα. Τους είπα πως έχω μέρες να φάω και μοιραστήκαν το φτωχικό τραπέζι τους μαζί μου κι όταν έφευγα μου έβαλαν σε ένα χαρτί ό,τι είχε περισσέψει για να το πάρω μαζί μου. Ειλικρινά θα ήθελα να δω την έκπληξη τους όταν θα έβρισκαν τα χρήματα που άφησα στο μπάνιο τους! Μια άλλη φορά κάθισα σε ένα παγκάκι, δίπλα σε έναν άλλο ζητιάνο, και αυτός όταν με είδε μοιράστηκε μαζί μου ένα κουλούρι που του είχε προσφέρει μια καλή κυρία πριν λίγο. Την επόμενη μέρα είδα, ενώ είχα κρυφτεί μακριά, το πρόσωπο του να λάμπει από την έκπληξη, όταν άνοιξε το σακουλάκι που του άφησε ο πιτσιρικάς που είχα στείλει να του το δώσει, και είδε μαζί με το κουλούρι και ένα μεγάλο ποσό χρημάτων. Έψαχνε απορημένος να βρει τον πιτσιρίκα, μα εκείνος, ακολουθώντας τις δικές μου οδηγίες είχε εξαφανιστεί γρήγορα με το ποδήλατό του. Τότε κοίταξε ψηλά, έκανε τον σταυρό του και έσφιξε τη σακούλα στην καρδιά του. Θα μπορούσα να σου πω πολλές τέτοιες ιστορίες, αλλά νομίζω πως δεν έχει νόημα, αφού πιστεύω πως κατάλαβες».

Ο Χρήστος έμεινε να τον κοιτά για λίγη ώρα ακόμα με ανοικτό το στόμα. Μετά σηκώθηκε δίνοντας το χέρι του στον κ. Αργυρίου. Ο κ. Αργυρίου χαμογελώντας σηκώθηκε κι εκείνος και έπιασε το χέρι του Χρήστου. Τότε ο Χρήστος τον τράβηξε κοντά του, τον αγκάλιασε και τον έσφιξε λέγοντας: «Σας ευχαριστώ για όλα, σας ευχαριστώ για το δώρο που έχετε γίνει στη δική μου ζωή. Θα σας το ανταποδώσω συνεχίζοντας το παράδειγμα σας με όποιο τρόπο μπορώ...» 


Πρόσφατες δημοσιεύσεις

Ένα από τα πιο βασικά πράγματα που μου δίδαξαν οι εμπειρίες μου σε αυτό το υπέροχο ταξίδι που λέγεται ζωή, είναι πως η πραγματική ευτυχία έρχεται μόνο μέσα από την εσωτερική γαλήνη. Προφανώς δεν ανακάλυψα την Αμερική! Όλοι οι μεγάλοι δάσκαλοι έχουν διδάξει αυτή την αλήθεια, από την αρχαιότητα. Κι εγώ την είχα ακούσει για πρώτη φορά στα εφηβικά μου...